Με αφορμή την “τριλογία της ΑΓΑΠΗΣ” μια παρέμβαση για την καλή αφήγηση στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά

Αν με ρωτούσες τι θα ήθελα να αλλάξει στον κόσμο, θα σου έλεγα η αφήγηση. Ο τρόπος που μιλάω για τους ανθρώπους και τα πράγματα. Ο τρόπος που αφηγούμαι τη ζωή.

Η μανία μου να τα στριμώχνω όλα μέσα σ ένα μ αρέσει – δεν μ αρέσει, μέσα σ ένα έχω – δεν έχω, μέσα σ ένα περνάω καλά – δεν περνάω καλά.

Κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου με το κόκκινο ποδήλατο μου, σκέφτομαι πως δεν αφηγούμαι καλά τον εαυτό μου. Μιλάω για μένα με τον πιο λυπημένο τρόπο. Μιλάω για την εποχή μου σαν να  είναι η χειρότερη. Αισθάνομαι πως η Αθήνα είναι το κέντρο του κόσμου. Στεναχωριέμαι για τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά σαν να μην υπάρχει αύριο. Λες και δεν θα χτιστούν καινούρια σπίτια. Θαρρείς και δεν υπάρχουν άλλα μέρη. Θαρρείς και δεν υπήρξαν δυσκολότερες εποχές. Λες και δεν υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν περισσότερο από μένα. Λες και δεν υπάρχει Θεός.

 

Ύστερα σκέφτομαι – πάντα με το ποδήλατο – πως τώρα θα μπορούσα να είχα σκοντάψει πάνω σ ένα νεκρό παιδάκι που έσβησε από την  πείνα. Θυμάμαι την δασκάλα του δημοτικού μου, που όταν μας διάβαζε “ την κόλαση των παιδιών ” της Λιλίκας Νάκου – δ’ δημοτικού; – φορούσε πάντοτε κόκκινο κραγιόν πριν από την ανάγνωση για να πλατύνει το χαμόγελό της, μέχρι να γίνει μια αγκαλιά…

 

Ωπ! Φανάρι. Κόκκινο. Άλλη επόχή μπορεί να μην έκανα καν ποδήλατο. Να μην είχα καν!

 

– Μα καλά, τα άσχημα θα σκεφτόμαστε τώρα, για να νιώσουμε καλύτερα ;

 

Δεν υπάρχουν άσχημα. Υπάρχουν ρήματα, χειρονομίες, συναισθήματα. Κόκκινα και πράσινα φανάρια. Κατανυκτικά κοιμητήρια και απαρηγόρητα μαιευτήρια. Ο κ. Νίκας που επιδιορθώνει παλια φωτιστικά και τα χαρίζει. Ο Αφγανός παντοπώλης που φέρνει ελληνικά λεμόνια. Ο “ Λούκουλος ” που κρέμασε το πτυχείο του χημικού στον τοίχο του σουβλατζίδικου του και δουλεύει ευτυχισμένα με την γυναίκα του. Η Βίκυ που ξαπλωμένη κατάκοιτη 13 χρόνια στο Σπηλοπούλειο, κάνει υπομονή για όλους εμας τους ανυπόμονους.

 

Υπάρχει το πρόσωπο του άλλου που χωρίς αυτό δεν υπάρχω.

 

Κι η εποχή μου μοιάζει με το πρόσωπο του πατέρα μου. Μεσήλικες ρυτίδες και τρυφερά γαλάζια μάτια που ζητάνε από μένα το καλύτερο. Μοιάζει με την φωνή της μητέρας μου, που σπάνια την ακούω και με την ομορφιά της που απαθανατίστηκε σε μια φωτογραφία.

 

Καλή αφήγηση ονομάζω όχι μόνο εκείνη που εστιάζει στην θετική πλευρά της ζωής,αλλά και εκείνη που αποπειράται να δει το καλό δίπλα, μαζί με το κακό. Η καλή αφήγηση ανέχεται το κακό, αλλά όπως τα μάτια ενός παιδιού, διακρίνει και το καλό. Έτσι στην ουσία γεννιέται μια ολιστική αφήγηση, που αν δοκιμάσει να ξανά – αφηγηθεί τον άνθρωπο απο την αρχή, μόνο καλή μπορεί να είναι. Χωρίς να εθελοτυφλεί στο κτήνος, ψεύτης, ζώον, δεν παραλείπει και την ποιητική, ανθρώπινη  του διάσταση : τρυφερός, εξομολογιτικός, πλησίον…

 

Η καλή αφήγηση είναι μια δυνατότητα!

 

ηλίας κουνέλας / νοέμβρης 2016

 

με αφορμή την “παρέμβαση της Α ΓΑΠΗΣ”

στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά

 

 

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s